Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας σηματοδότησε νέα πορεία για την τότε Κ.Υ.Π. και συνοδεύτηκε με προσπάθειες αποκατάστασης του κύρους της τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς.
Στο εσωτερικό, οι προσπάθειες εστιάσθηκαν στην απάλειψη όλων εκείνων των αρμοδιοτήτων που αφορούσαν την παρακολούθηση των "αντιφρονούντων" Ελλήνων πολιτών.
Πρωταρχικό μέλημα της νεοσυσταθείσας, μετά τη μεταπολίτευση του 1974, Κυβέρνησης ήταν η αφαίρεση από το υφιστάμενο Προεδρικό Διάταγμα[1] της αρμοδιότητας περί της "ασφάλειας του κρατικού μηχανισμού". Με αυτό τον τρόπο απαγκιστρώθηκε η Υπηρεσία και οι υπάλληλοί της από "καθήκοντα" τα οποία απάδουν της έννοιας της Δημοκρατίας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών που απορρέουν από αυτή. Με το ίδιο διάταγμα η Υπηρεσία συνέχισε να υπάγεται απευθείας στον Πρωθυπουργό, ενώ οι αρμοδιότητές της προσδιορίζονται στην ενημέρωση των αρμοδίων φορέων για τη λήψη μέτρων επί θεμάτων που αφορούν κινδύνους προερχόμενους από εξωτερικούς παράγοντες ενάντια στα συμφέροντα της χώρας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Παράλληλα με τις αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της Κ.Υ.Π., συντελούνται και εσωτερικές μεταβολές, οι οποίες θα συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και τη μελλοντική της εξέλιξη. Ως πρώτη ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση εκλαμβάνεται η οριστικοποίηση, τον Ιούλιο του 1974, της πρόσληψης πολιτικών υπαλλήλων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης[2]. Η επιλογή αυτή, σε συνδυασμό με την υλοποίηση ειδικών προγραμμάτων εκπαίδευσης-επιμόρφωσης των ήδη υπηρετούντων σε αυτή υπαλλήλων, θα αποδειχθεί ιδιαίτερα αποδοτική και με εμφανή αποτελέσματα, τα οποία αντικατοπτρίζονται στην αποτελεσματικότητα της Υπηρεσίας ενόψει της προσαρμογής τόσο στα νέα δεδομένα όσο και στις νέες απαιτήσεις, απόρροια του εσωτερικού και του διεθνούς κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού γίγνεσθαι[3].
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος (1977) προστίθενται αντικείμενα πολιτικού, οικονομικού και ενεργειακού περιεχομένου, όπως οι εξελίξεις στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, η πυρηνική υποδομή στην κεντρική και ανατολική Μεσόγειο[4], ζητήματα τα οποία καταδεικνύουν, αφενός την αναγκαιότητα ενασχόλησης με παρόμοιου τύπου θέματα, αφετέρου την ικανότητα της Υπηρεσίας να ανταποκριθεί με επιτυχία στις νέες απαιτήσεις, οι οποίες θα απασχολήσουν επί μακρό τόσο το εσωτερικό, όσο και το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας. Το θέμα δε "Βαλκανική Χερσόνησος και οι εξελίξεις σε αυτή", αρχίζει να εξετάζεται σε νέα βάση, απόρροια της τότε κρατούσας αντίληψης επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής[5], η οποία –πλην των άλλων προτεραιοτήτων– είχε θέσει ως στόχο και την προσέγγιση με τις γείτονες χώρες, επί τη βάσει της αμοιβαιότητας και των κοινών συμφερόντων στο χώρο της Ν.Α. Ευρώπης, ανεξαρτήτως ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού.
Στο διεθνές πεδίο, ο προσανατολισμός της, δεδομένου του ψυχρού πολέμου[6] και των πολιτικών επιλογών και υποχρεώσεων της χώρας που απορρέουν από τις υφιστάμενες συμμαχίες (ΝΑΤΟ καταρχάς και αργότερα ΕΟΚ), παραμένει σταθερός και σε άμεση συνάφεια τόσο με τον Ψυχρό Πόλεμο, όσο και με την ενίσχυση της ασφάλειας και της ακεραιότητας της εθνικής επικράτειας[7].
Η προσπάθεια της χώρας για δυναμική ένταξη στο σύστημα των διεθνών ισορροπιών[8], με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το "άνοιγμα" προς τις τότε σοσιαλιστικές χώρες και αυτές του αποκαλούμενου Τρίτου Κόσμου[9], καθορίζουν και την πορεία λειτουργίας της Κ.Υ.Π., η οποία καλείται να εργασθεί υπό τις νέες αυτές συνθήκες συμβάλλοντας στην υλοποίηση του δίπτυχου "ασφάλεια/εθνική ακεραιότητα - άνοιγμα της χώρας προς τα έξω". Στο πλαίσιο αυτό και υπό τη γενικότερη, ως αναφέρθηκε, πολιτική αντίληψη της περιόδου περί καλλιέργειας κλίματος εξομάλυνσης των σχέσεων με τις όμορες χώρες, η Υπηρεσία πραγματοποιεί τις πρώτες, έστω και άτυπες, συνεργασίες της με τις αντίστοιχες Υπηρεσίες των γειτονικών χωρών, με κεντρικό στόχο την αποφυγή ενδεχόμενων καταστάσεων που θα μπορούσαν, δεδομένου του διαφορετικού πολιτικο-οικονομικού προσανατολισμού, να προκαλέσουν εντάσεις στην περιοχή.
Ως χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, αναπτύσσει περαιτέρω και τις σχέσεις της τόσο με τις αντίστοιχες αμερικανικές, όσο και τις Υπηρεσίες Ασφαλείας άλλων δυτικών χωρών, με έμφαση κυρίως στα στρατιωτικά θέματα. Βασική αρμοδιότητα της Υπηρεσίας στο πλαίσιο αυτό ήταν η παρακολούθηση των κινήσεων της ναυτικής δύναμης του Συμφώνου της Βαρσοβίας[10].
Στον εσωτερικό επιχειρησιακό τομέα η Υπηρεσία εστίασε την προσοχή της στην αντιμετώπιση της μυστικής δράσης ξένων στοιχείων, τα οποία υπό διαφόρων μορφών κάλυψη (διπλωματική, επαγγελματική κτλ.) και με διαφόρων μορφών τρόπους και μεθόδους δράσης, στόχευαν στη συλλογή πληροφοριών προς διασφάλιση των δικών τους συμφερόντων και εις βάρος της χώρας και των συμμαχικών της υποχρεώσεων.
Επιπρόσθετα και μέσα στον κυκεώνα των υφιστάμενων αρνητικών αντιδράσεων και της προκατάληψης έναντι της τότε Κ.Υ.Π. επακόλουθο της δράσης της κατά την περίοδο 1967-1974 [11] , η Υπηρεσία πραγματοποιεί τα πρώτα βήματα εξόδου από την εσωστρέφεια. Τούτο πραγματοποιείται, καταρχάς, μέσω της συμμετοχής (1979) στελεχών της, είτε ως εκπαιδευόμενοι είτε ως εκπαιδευτές σε σεμινάρια σχετικά με την ασφάλεια της χώρας, αλλά και με τη συνεχή επιμόρφωση των στελεχών της σε ευρύτερα πεδία, τα οποία προϋποθέτουν εξειδικευμένη γνώση και κατάρτιση.
[1] Βλ. ΦΕΚ 267, Α' 727, 1974, Ν.Δ. 75/1974. [2] Διοικητικό Αρχείο Ε.Υ.Π. [3] Είναι το τέλος της εποχής του πυρηνικού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο τότε υπερδυνάμεων. Στο πλαίσιο της εφαρμογής μιας νέας πολιτικής, εξίσου, ωστόσο, ανταγωνιστικής, η αντίληψη περί "πρώτου πυρηνικού χτυπήματος" που κυριάρχησε επί σειρά ετών, αντικαθίσταται από τον όρο "περιορισμένος πόλεμος", ενώ από πλευράς ΗΠΑ αρχίζει η τακτική της οικονομικής εξουθένωσης του σοβιετικού μπλοκ, η οποία εκδηλώθηκε, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του '80, μέσω του εξαναγκαστικού ανταγωνισμού στον τομέα της παραγωγής νέων όπλων και οπλικών συστημάτων. Για τη νέα αυτή σοβιετική τακτική και γενικότερα για την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης επί θεμάτων κατασκοπείας, βλ. Bonco Angelov, Razuznavaneto ot drevnosta do nasi dni (Η Kατασκοπεία από την Aρχαιότητα ως τις Mέρες μας), Σόφια 2003, σελ. 83-102, 137-153. [4] Αρχείο ΕΥΠ. [5] Για τις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της χώρας κατά την περίοδο 1974-1987, βλ. Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική Εξωτερική Πολιτική …., σελ. 205 κε, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000. Χ. Ροζάκης, Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1974-1981, Θεσ/νίκη 1986. Δ. Κώνστας - Χ. Ταρνανίδης, Σύγχρονη Ελληνική Εξωτερική πολιτική, 1974-1987, τ. Ι-ΙΙ, Αθήνα-Κομοτηνή 1988-1989. [6] Περί του Ψυχρού Πολέμου και του Αμερικανο-Σοβιετικού ανταγωνισμού, βλ. H. Kissinger, Διπλωματία, (Αθήνα 1995), σελ. 474-895. [7] Για τις Ελληνο-Τουρκικές σχέσεις της περιόδου, βλ. σχετική βιβλιογραφία στο έργο του Κ. Σβολόπουλου, Η ελληνική Εξωτερική Πολιτική….., σελ. 296-298. [8] Σημειώνεται ότι η εν λόγω πολιτική ήταν επιβεβλημένη από τις διεθνείς συγκυρίες και ειδικότερα από την αλλαγή της στρατηγικής και τακτικής που παρατηρήθηκε από πλευράς ΕΣΣΔ, η οποία εφάρμοσε την τακτική της προσέγγισης και της ειρηνικής συμβίωσης με τη Δύση και της αξιοποίησης μελών των διπλωματικών της αντιπροσωπειών σε ζητήματα κατασκοπείας και συλλογής πληροφοριών. Επί του θέματος, βλ. Bonco Angelov, Razuznavaneto ot drevnosta do nasi dni (Η Κατασκοπεία από την Αρχαιότητα ως τις Μέρες μας), Σόφια 2003, σελ. 83-102, 137-153. [9] Για την πολιτική της Ελλάδας σε περιφερειακό επίπεδο, βλ. Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική….., σελ. 226-258 και τη σχετική βιβλιογραφία, σελ. 293-295. [10] Αρχείο Ε.Υ.Π. [11] Για την προ του '74 Κ.Υ.Π., βλ. Πρακτικά Βουλής, 1.2.84, σελ. 3.583.